Η γειτονιά μου

Με θυμάμαι στη γειτονιά μου.

Ένα κοριτσάκι πάντα ηλιοκαμένο, με σαγιονάρες και ότι ρούχα έβρισκα μπροστά μου χωρίς να νοιάζομαι για τους συνδυασμούς των χρωμάτων, πότε με πρόχειρα κοτσίδια, όταν δεν με κοντοκούρευε ο πατέρας μου για να μην κολλάω ψείρες, και πότε ελεύθερα τα μαλλιά να πέφτουν στα μάτια μου και να τα βάζω πίσω από το αυτί.

Mamaggela

Τριγυρνούσαμε όλη μέρα παρέα με την αδερφή μου με τα ποδήλατα ή με τα πόδια, από τη μια άκρη της Χερσονήσου στο τέρμα του λιμανιού μέχρι την άλλη άκρη στην πλατεία της εκκλησίας που μαζεύονταν όλα τα παιδιά για να παίξουν κουτσό και σχοινάκι.

Ξέραμε όλους τους ιδιοκτήτες των μαγαζιών στη παραλιακή γιατί πολύ πιθανόν να περνούσαμε πάνω από δέκα ή είκοσι φορές κάθε μέρα. Τότε μου φαινόταν τόσο αναγκαίο να περνάω από εκεί και ας κοκκινίζω σήμερα από ντροπή όταν το σκέφτομαι. Κι όμως πάντα με το χαμόγελο μας χαιρετούσε ο κυρ Γιώργος.

Δεν μας ένοιαζε να κάνουμε πολλές φίλες γιατί είχαμε η μια την άλλη και δεν νιώσαμε αυτή την ανάγκη. Είχαμε λίγες φίλες μετρημένες στα δάχτυλα και όταν μαλώναμε μεταξύ μας τις αναζητούσαμε.
Κάναμε και κάποιες φιλίες που κρατούσαν μια ή δύο μέρες με τουρίστριες που είχαν έρθει οικογενειακώς να ενοικιάσουν αυτοκίνητο από το γραφείο της μαμάς και του μπαμπά.

Το μαγιό δεν έβγαινε ποτέ από πάνω μας και οι μπλούζες μας ήταν πάντα λερωμένες από λιωμένο παγωτό. Ο περιπτεράς μας περίμενε κάθε μέρα να ψωνίσουμε το παγωτό μας ή το περιοδικό Ποπάϋ για να διαβάσουμε το απόγευμα.

Την αλμύρα την νιώθαμε όλη μέρα πάνω μας και κάποια στιγμή, στην αρχή του καλοκαιριού πρέπει να ήταν, σταματούσαμε να μετράμε τα μπάνια γιατί χάναμε το λογαριασμό.

Νιώθαμε ελεύθερες και είχαμε μάθει όλα τα στενά της γειτονιάς. Οι μυρωδιές μας ήταν οικίες και ξέραμε τι ώρα ανοίγει το δισκοπωλείο απέναντι και τι ώρα θα βγουν οι τουρίστες να κάνουν την βόλτα τους και να γεμίσουν τους δρόμους με ξενόφερτα αρώματα.

Αυτή η γειτονιά ήταν η γειτονιά του καλοκαιριού, γιατί το χειμώνα, όταν τέλειωνε η σεζόν και άνοιγαν πάλι τα σχολεία, επιστρέφαμε στη βάση μας, σε άλλη γειτονιά πάλι δικιά μας και αυτή.

Όταν επιστρέφαμε το μυαλό μας ήταν ακόμα εκεί, στις γνώριμες μυρωδιές και στο χαμόγελο του κυρ Γιώργη αλλά έπρεπε να προσαρμοστούμε στη γειτονιά του χειμώνα. Μέσα μας είχαμε μια γλυκιά μελαγχολία.

Αυτή η ίδια γλυκιά μελαγχολία ξύπνησε μέσα μου και στις Ψηφιακές Γειτονιές. Μα ναι μου ήταν γνώριμη γιατί θύμιζε την γειτονιά των παιδικών μου χρόνων.

Όταν επέστρεψα στη καθημερινότητα, στη βάση μου, στην online γειτονιά μου ήθελα το χρόνο μου για να προσαρμοστώ πάλι.

Η προσαρμογή μετά από τόσο δυνατές εμπειρίες, που σου σκουντάνε τον ώμο για να ξυπνήσεις και να βγεις από την καθημερινότητα σου και να ονειρευτείς, είναι δύσκολη.

Νιώθω γεμάτη, γέμισα με όνειρα και ιδέες που κάποιες τις έχω ξεχάσει αλλά κάποιες θα γίνουν ένα με εμένα.

Πάντα μου αρέσει να τριγυρνάω στις γειτονιές μου και θα το κάνω όσο αυτές υπάρχουν!

Photo by Ψηφιακές Γειτονιές